ιχθυόκολλα

Παχύρρευστη κίτρινη συγκολλητική ύλη, που παρασκευάζεται συνήθως με βράσιμο εντοσθίων και κεφαλιών ψαριών. Ονομάζεται επίσης και ψαρόκολλα. Η κόλλα αυτή έχει την ιδιότητα να διαλύεται εντελώς σε νερό συνηθισμένης θερμοκρασίας (20°C). Χρησιμοποιείται για την παραγωγή πλακών σε εργασίες φωτογραφικής και τσιγκογραφίας, για το λαμπικάρισμα (διαύγαση) κρασιών, στην επιπλοποιία, στη βιβλιεκδοτική κ.α.
* * *
ἡ (Α ἰχθυόκολλα)
1. τεχνολ. παχύρρευστη συγκολλητική ύλη που λαμβάνεται με βρασμό τών υπολειμμάτων τής κατεργασίας ψαριών, ψαρόκολλα
2. (χημ.-τεχνολ.) κόλλα που παρασκευάζεται με πρώτη ύλη τα ψάρια και κυρίως τη νηκτική κύστη ψαριών και που χρησιμοποιείται για τη διαύγαση οίνων
αρχ.
(στον Πλίνιο) το ψάρι από το οποίο παράγεται η κόλλα αυτή, ο αντακαίος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἰχθυοκόλλα — ἰχθυοκόλλᾱ , ἰχθυόκολλα fish glue fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰχθυοκόλλᾳ — ἰχθυοκόλλᾱͅ , ἰχθυόκολλα fish glue fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰχθυόκολλα — fish glue fem nom/voc sg ἰχθυόκολλον fish glue neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰχθυοκόλλης — ἰχθυόκολλα fish glue fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰχθυοκόλλῃ — ἰχθυόκολλα fish glue fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰχθυόκολλαν — ἰχθυόκολλα fish glue fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κόλλα — Γενική ονομασία για οποιαδήποτε ουσία έχει την ιδιότητα να προσκολλάται σε διάφορα αντικείμενα και να τα συγκρατεί με σταθερό τρόπο· ο όρος αναφέρεται, κυρίως, σε εκείνες τις ουσίες που προέρχονται από οργανικές ενώσεις, και συγκεκριμένα από… …   Dictionary of Greek

  • πρωτεΐνες — Οργανικές αζωτούχες ουσίες με μεγάλο μοριακό βάρος, οι οποίες σχηματίζονται με την ένωση πολλών μορίων αμινοξέων συνδεδεμένων με δεσμούς αμιδικού τύπου. Οι π. αναγνωρίστηκαν ως τα ουσιώδη αζωτούχα συστατικά του πρωτοπλάσματος από τον Μούλντερ… …   Dictionary of Greek

  • ιχθυ(ο)- — (AM ἰχθυ[ο] ) α συνθετικό πολλών λέξεων τής Ελληνικής από τη λ. ἰχθύς, ύος, «ψάρι». ΣΥΝΘ. ιχθυγόνος, ιχθυοειδής, ιχθυoκένταυρος, ιχθυόκολλα, ιχθυολογώ, ιχθυοπώλης, ιχθυοτρόφος, ιχθυοφάγος, ιχθυοφόρος αρχ. ιχθυβολεύς, ιχθύβολος, ιχθυβόλος,… …   Dictionary of Greek

  • ιχθυόκολλον — ἰχθυόκολλον, τὸ (Α) η ιχθυόκολλα*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἰχθυ(ο) * + κολλον (< κόλλα)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.